|
Τα πράσινα και τα κόκκινα μπουκάλια που έκαναν και πάλι την εμφάνισή τους στα μπαρ μπορούν να προκαλούν τον κίνδυνο με τον υψηλό αλκοολικό βαθμό του περιεχομένου τους, 75 και 80 βαθμοί που σε στέλνουν αμέσως στην Κόλαση, αλλά περισσότερο προκαλούν τη λογοτεχνική μνήμη. Μαζί με το αψέντι, γιατί περί αυτού πρόκειται, μνήμες Πολ Βερλέν και Αρθούρου Ρεμπό («Μια εποχή στην Κόλαση») αλλά και Ντεγκά και Πικάσο, και, κυρίως, Τουλούζ Λοτρέκ. Το αψέντι έχει επιστρέψει και πάλι, περισσότερο ως μια αλκοολική μόδα ή ένας αλκοολικός εκκεντρισμός και όχι (ευτυχώς) ως τρόπος ζωής ή ως το ελιξίριο των μποέμ, όπως συνέβαινε στα χρόνια της Μπελ Επόκ. «Για μένα η μοναδική μου δόξα είναι ένα απλό, εφήμερο αψέντι» έλεγε ο Πολ Βερλέν· ενώ ο Γουσταύος Φλομπέρ περιέλαβε τη λέξη ( αψέντι, absinthe ) στο Λεξικό του των Παραδεδεγμένων Ιδεών, που εκδόθηκε ως συμπλήρωμα μαζί με το τελευταίο μυθιστόρημά του, το «Μπουβάρ και Πεκισέ».
Ανάμεσα στους όρους «Αβελάρδος» και «Ακαδημία, Γαλλική», ο Φλομπέρ όριζε ως εξής το αψέντι: «Υπερβίαιο δηλητήριο. Σκότωσε περισσότερους στρατιώτες απ' όσους (σκότωσαν) οι βεδουίνοι». Ο ορισμός παρέπεμπε στην αποικιακή Γαλλία, της οποίας οι στρατιώτες που είχαν σταλεί στην Αλγερία κινδύνευαν περισσότερο από το αψέντι παρά από τους ντόπιους. (Οι άνδρες του γαλλικού αποικιακού στρατού το χρησιμοποιούσαν κυρίως ως απεριτίφ αλλά και για να απολυμαίνουν το πόσιμο νερό.)
H καταγωγή του ποτού με το λογοτεχνικό πεντιγκρί είναι εξίσου μυθιστορηματική. Λένε ότι το ανακάλυψε ένας γάλλος ουγενότος, δηλαδή διαμαρτυρόμενος, ο δόκτωρ Πιερ Ορντινέρ (1741-1821), που κατέφυγε στην Ελβετία, στην κοιλάδα Βαλ ντυ Τραβέρ, κοντά στα γαλλικά σύνορα. Ηταν ένα απόσταγμα βοτάνων και φυτών, κυρίως μάραθου, γλυκάνισου και φυσικά αγριαψιθιάς, γνωστής με την επιστημονική ονομασία artemisia absinthium, από όπου το ποτό πήρε το όνομά του. Το μείγμα των βοτάνων μπορεί να περιελάμβανε και ύσσωπο, κορίανδρο ή μελισσόχορτο. Το αψέντι βρήκε στην Ελβετία, στο καντόνι του Νεσατέλ, τον παράδεισό του, πράγμα παράδοξο για μια χώρα που ταυτιζόταν από τότε με τη λευκότητα του χιονιού των Αλπεων και του γάλακτος των παχιών αγελάδων της, που ταυτιζόταν δηλαδή με την αγνότητα. Ο άνθρωπος που στερέωσε τη φήμη του αψεντιού ήταν ο ποτοποιός Ανρί Λουί Περνό (1776-1851), ο οποίος μετέφερε το αποστακτήριό του από την Ελβετία στη Γαλλία, στο Πονταρλιέ, το 1805. Το αψέντι έγινε έτσι το κατ' εξοχήν ποτό των Γάλλων. H
κατανάλωση του αψεντιού ευνοήθηκε τις δεκαετίες 1870 και 1880, όταν η φυλλοξήρα κατέστρεψε τους γαλλικούς αμπελώνες, κάνοντας έτσι το κρασί δυσεύρετο και πανάκριβο. Μυθοποιήθηκε όμως από τους διανοουμένους της Μπελ Επόκ, όταν η χρήση του ταυτίστηκε με τη διέγερση, την έμπνευση, τη «φυγή», την παραίσθηση ή την ανακούφιση από σεξουαλικά νοσήματα. Ο «αψεντισμός» ήταν κιόλας μια τάση. Γρήγορα το αψέντι απέκτησε όμως εχθρούς, όχι τόσο γιατί έβλαπτε τη φυσική υγεία όσο γιατί έβλαπτε την κοινωνική υγεία. Στην Ελβετία απαγορεύτηκε το 1910, έπειτα από δημοψήφισμα. Το Νεσατέλ, κοιτίδα του αψεντιού, ήταν ένα από τα δύο καντόνια που ψήφισαν κατά της κατάργησης. Στη Γαλλία απαγορεύτηκε το 1915.
Αλλά η μνήμη υπήρχε. Πρόσφατα ένας Αμερικανός, ο Τεντ Μπρεό, του οποίου το γαλλικό επώνυμο δείχνει ότι κατάγεται από τους Γάλλους της Λουιζιάνας, εγκαταστάθηκε στο Σομύρ, στην κοιλάδα του Λίγηρα, απέκτησε ένα παλιό αποστακτήριο και άρχισε να παράγει και πάλι αψέντι. Εν τω μεταξύ η απαγόρευση έχει αρθεί σε πολλές χώρες. H χρήση του αψεντιού νομιμοποιήθηκε και στην Ελβετία τον περασμένο Μάρτιο. Το νέφος της μνήμης του αλκοόλ.
Πηγή: Το ΒΗΜΑ, 30/04/2006 , Σελ.: S01
ΝΙΚΟΣ ΜΠΑΚΟΥΝΑΚΗΣ
|